Οι Καλύμνιοι είναι άνθρωποι μεγαλωμένοι στη θάλασσα, δεμένοι τόσο πολύ με το ντέρτι και τη χαρά τους, όπως την ονομάζουν, που θαρρείς πως στις φλέβες τους κυλάει θαλασσινό νερό. Δαρμένοι από την αλμύρα και το άχθος που ενυπάρχει στην κοιλιά της, με χέρια σαν σκαλισμένα γλυπτά, λιγομίλητοι και τσεκουράτοι, πλάσματα πιότερο της θάλασσας παρά της στεριάς, με τη μοίρα τους να 'ναι σφιχταγκαλιασμένη με τη θάλασσα, το μεγάλο μυστήριο, όπως την αποκαλούν. Μια φορά ψαράς, πάντα ψαράς, συνηθίζουν να λένε, καταδεικνύοντας έτσι την οικογενειακή παράδοση στο ψάρεμα, αλλά και τη σύνδεση του ανθρώπου με το μεγάλο μυστήριο. Το μεροκάματο δύσκολο, το άγχος και τα νεύρα πολλά, οι φουρτούνες αμέτρητες. Δουλεύουν κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες, εκτεθειμένοι διαρκώς στην υγρασία και στην αλμύρα, με ελάχιστη ξεκούραση, χωρίς ιατρική ασφάλιση. Εάν η ψαριά πάει καλά, θα πληρωθεί ο κόσμος. Ειδάλλως, είναι το μόνο επάγγελμα που μπορεί να δουλεύει κανείς πολύ σκληρά για ώρες και στο τέλος να μην αμειφθεί. Έξω στα ανοιχτά, κουμάντο κάνει η θάλασσα, συνηθίζουν να λένε.